Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάτσι μίτσι κότσι < από τα αρβανίτικα υποκοριστικών ονομάτων Τάτσης (Τάκης), Μήτσης (Μήτσος) και Κώτσης (Κώτσος)(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τάτσι μίτσι κότσι

  1. με μυστική αλληλεγγύη, συνεργασία
  2. για κάποιους οι οποίοι συμφωνούν και συνεργάζονται με σκοπό να εξυπηρετήσουν τα, συνήθως ύποπτα, κοινά τους συμφέροντα
    τα κάνατε τάτσι μίτσι κότσι για να φάτε την κληρονομιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία