Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάξος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάξος αρσενικό

  1. ίταμος,ήμερο έλατο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία