Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

σκυλίσια ζωή

  1. ζωή σκληρή σαν του σκύλου (π.χ. του τσοπανόσκυλου ή των διασταυρώσεων χάσκι που σέρνουν έλκηθρα)
  2. ζωή μεροδούλι-μεροφάι, που εργάζομαι σκληρά όλη μέρα ίσα για να επιβιώσω και δεν σηκώνει κεφάλι