Δείτε επίσης: ου, οὗ, οὖ, οὐ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οὑ < → δείτε τη λέξη 

  ΜετοχήΕπεξεργασία

οὑ

  1. (ιδιωματικό)
    Μυαλό δέν ἔχουν, αὐτός οὑ κόσμους, θά πῶ, εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία