Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανική ένωση < ονομασία που χρησιμοποιήθηκε τον 19ο αιώνα, όταν πίστευαν ότι οι οργανικές ενώσεις μπορούσαν να συντεθούν μόνο από ζωντανούς οργανισμούς

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

οργανική ένωση θηλυκό

  • (χημεία): χημική ένωση στο μόριο της οποίας περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και ένα τουλάχιστον άτομο άνθρακα, με εξαίρεση ελάχιστες, όπως τα βασικά οξείδια του άνθρακα, τον άνθρακα και τις αλλοτροπικές του μορφές κλπ

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία