Ετυμολογία

επεξεργασία
μηλοκρινίδες < μηλόκρινος

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

μηλοκρινίδες αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό,

  • (ζωολογία): οικογένεια ζώων που έχουν εκλείψει, ανήκαν στη τάξη των καμεράτων εχινοδέρμων, κυριότερος είδος του οποίου ήταν ο μηλόκρινος.

  Μεταφράσεις

επεξεργασία