Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεσόγαιος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεσόγαιος, -ος / -ά, -ον

  • που βρίσκεται στο εσωτερικό μιας χώρας

  ΠηγέςΕπεξεργασία