Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελισσεύς < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μελισσεύς αρσενικό

  1. ο μελισσοκόμος