Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγάλως < αρχαία ελληνική

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μεγάλως

  1. σε μεγάλο βαθμό, κατά πολύ, υπερβολικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία