Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανδραγόρας < αρχαία ελληνική μανδραγόρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μανδραγόρας αρσενικό

  1. (βοτανική) ποώδες φυτό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία