Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λύκειος < λύκος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λύκειος

  1. ο σχετικός με τον λύκο
  2. επίθετο του Απόλλωνα (από τη ρίζα *λύκη, που σχετίζεται με το φώς)
  3. λυκεία (εννοείται, δορά): λυκοτόμαρο
  4. το Λύκειον: η σχολή όπου δίδασκε ο Αριστοτέλης


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία