Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λέκτης (el) αρσενικό (λέκτρια θηλυκό)

  1. αυτός που λέει, ομιλών, ομιλητής
  2. αυτός που (ανα)παρήγαγε μια σκέψη πχ. (μεταφορικά) και γραπτώς
  3. λέκτορας