Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

  1. για μάτι παρατηρητή χωρίς οπτικό βοήθημα
  2. για μάτι μύωπα που κοιτάζει μέσα από βασικό οπτικό βοήθημα αλλά όχι εξειδικευμένο όπως πχ. κυάλια, μικρσκόπιο, τηλεσκόπιο