Ετυμολογία

επεξεργασία
ακατάπαυτα < λείπει η ετυμολογία

  Επίρρημα

επεξεργασία

ακατάπαυτα χωρίς σταματημό, ασταμάτητα

  Μεταφράσεις

επεξεργασία