Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

Πατρινέλλα < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Πατρινέλλα θηλυκό

  1. (μυθολογία), στη λαϊκή παράδοση στοιχειό της πόλης της Πάτρας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία