Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ιούδας ο Ισκαριώτης < μεταγενέστερη ελληνική (3ου αιώνα) Ιούδας ο Ισκαριώτης (ο φέρων ίσκα, μαχαίρι)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ιούδας ο Ισκαριώτης

  1. (θρησκεία) ο Εβραίος μαθητής του Χριστού που τέλεσε την προδοσία και παράδοση του δασκάλου του έναντι τριάντα αργυρίων.
  • σε αγιογραφίες του Μυστικού Δείπνου φέρεται πάντα στην άκρη κρατώντας στο χέρι του ένα πουγκί.

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  1. Ιούδας ο δυσσεβής
  2. Ιούδας ο δυσώνυμος, ή, δυσώνυμος Ισκαριώτης
  3. Ιούδας ο δούλος και δόλιος
  4. Ιούδας ο προδότης

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • κάψιμο του Ιούδα (έθιμο)

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Ιούδα Ισκαριώτη
  • α, ρε Ιούδα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία