Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ξεγελώ»

2 bytes αφαιρέθηκαν ,  πριν από 6 έτη
μ
μ (ενημέρωση των interwikis, προσθήκη mg)
==={{ρήμα|el}}===
'''{{PAGENAME}}'''{{el-ρήμα|ξεγελούσα|ξεγελάσω|ξεγέλασα|ξεγελιέμαι|ξεγελασμένος}}
* [[εξαπατώ]] κάποιον με ψέμματαψέματα ή υποκρισία, τον κάνω να με πιστέψει ή να μου δείξει εμπιστοσύνη
:''τον '''ξεγέλασε''' και του έφαγε την περιουσία''
===={{εκφράσεις}}====
8

επεξεργασίες