Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «συντροφιά»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Νέο Σύστημα)
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{θ}}
# (η) {μεσν} (περιληπτ.) κύκλος ανθρώπων που συγκεντρώνονται φιλικά: μια μεγάλη ~ κατέβαινε το δρόμο με κιθάρες και τραγούδια// γνωρίστηκαν σε φιλική ~ ΣΥΝ. παρέα, ομήγυρη 2.το να βρίσκεται κανείς με άλλον ή άλλους και να δημιουργείται φιλική, ανθρώπινη σχέση, κυρ. ως αντίδοτο προς το συναίσθημα της μοναξιάς : μου λείπει η ~ σου τώρα που έφυγες στο εξωτερικό// μου κρατούν~τα γράμματά σου/τα τραγούδια ΣΥΝ.παρέα, σχέση, συναναστροφή, επαφή ΣΥΝ. συνεταιρισμός}}
# {{λείπει ο ορισμός}}
 
===={{μεταφράσεις}}====
Ανώνυμος χρήστης