Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ασπρορομπόλα < ασπρο- + ρομπόλα

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ασπρορομπόλα θηλυκό, μόνο στον ενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία