Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

égyptologie < Égypte + -logie

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.ʒip.tɔ.lɔ'ʒi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

égyptologie (fr) θηλυκό