Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τρίπτυχο τα τρίπτυχα
      γενική του τριπτύχου
τρίπτυχου
των τριπτύχων
    αιτιατική το τρίπτυχο τα τρίπτυχα
     κλητική τρίπτυχο τρίπτυχα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
τρίπτυχο του Ιερώνυμου Μπος με τίτλο Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων

  Ετυμολογία επεξεργασία

τρίπτυχο < αρχαία ελληνική τρίπτυχον, ουδέτερο του τρίπτυχος < τρι- + πτύσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική triptyque ή (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική triptych)

  Ουσιαστικό επεξεργασία

τρίπτυχο ουδέτερο

  1. (τέχνη) εικόνα ή σειρά εικόνων ζωγραφισμένη σε τρία τμήματα, εκ των οποίων τα δύο εξωτερικά συνδέονται με μεντεσέδες και διπλώνουν / κλείνουν πάνω στο μεσαίο
  2. έγγραφο τριών φύλλων
  3. (μεταφορικά) τρία στοιχεία, έννοιες κ.λπ. που έχουν μεταξύ τους σχέση ή συνδέονται
  4. (παλαιογραφία) χειρόγραφο που αποτελείται από τρία φύλλα χαρτιού ή περγαμηνής που διπλώνονται στα δύο και ράβονται μαζί κατά μήκος της άκρης τους

Συγγενικά επεξεργασία

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Πηγές επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία