Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπεραλίευση οι υπεραλιεύσεις
      γενική της υπεραλίευσης των υπεραλιεύσεων
    αιτιατική την υπεραλίευση τις υπεραλιεύσεις
     κλητική υπεραλίευση υπεραλιεύσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

υπεραλίευση < υπερ- + αλίευση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Ουσιαστικό επεξεργασία

υπεραλίευση θηλυκό

  • (αλιεία) η υπερβολική εκμετάλλευση του φυσικού θαλάσσιου πλούτου μέσω της αλιείας σε σημείο που μειώνονται σημαντικά ή και εξαφανίζονται από τους βιοτόπους υδρόβιοι οργανισμοί
    Οι πληθυσμοί των ψαριών στη Μεσόγειο μειώνονται δραματικά και το θαλάσσιο περιβάλλον υποβαθμίζεται εξαιτίας της υπεραλίευσης.

  Μεταφράσεις επεξεργασία