Δείτε επίσης: περί

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

περι- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική περι- < πρόθεση περί

  Πρόθημα επεξεργασία

περι- ή περί-

  1. πρόθημα που δηλώνει επιρρηματική σχέση
    1. γύρω γύρω, ολόγυρα
      περιτοιχίζω
    2. κοντά
      περίχωρα
    3. κίνηση κυκλική ή χωρίς κατεύθυνση
      περιπλάνηση
    4. (επιστημονικοί όροι) το εξωτερικό μέρος
      περισπέρμιο (βοτανική)
      περικάρδιο (ανατομία)
      περικαρδίτιδα (ιατρική για ασθένεια εξωτερικού μέρους)
  2. (επιτατικό) σε επίθετα: υπερβολικά, πάρα πολύ
    περιζήτητος, περίλαμπρος
  3. σε ρήματα εκφράζει
    1. προσπάθεια, βοήθεια
      περισώζω
    2. ενέργεια εναντίον κάποιου ή ανεπιθύμητη εξέλιξη
      περιπαίζω

Δείτε επίσης επεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

περι- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική περι- < πρόθεση περί

  Πρόθημα επεξεργασία

περι- ή περί-

  1. πρόθημα όπως περι- (νέα ελληνικά)
    περιλαμπάνω
    περίχωρα
    περίκοπος

Δείτε επίσης επεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

περι- < πρόθεση περί

  Πρόθημα επεξεργασία

περι- ή περί-

  1. πρόθημα με σημασίες όπως και περι- (νέα ελληνικά)
    περιπεριαυχένιος (γύρω από τον αυχένα)
    περιβάλλω
    περίδρομος (που περικυκλώνει)
    περιδίνητος (που κάνει κυκλική κίνηση)
    περιβαρύς (υπερβολικά βαρύς)

Δείτε επίσης επεξεργασία