Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

yearn (en) (αμετάβατο)

  1. λαχταρώ
    • All I yearn for is a simple life. - Όλο κι όλο/Το μόνο που λαχταρώ είναι μια απλή ζωή.