Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

willy-nilly (en)

  1. για κάτι που γίνεται ασχέτως εάν υπάρχει συγκατάθεση
  2. όπως να 'ναι, ακανόνιστα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία