Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

whiz (en)

  1. (οικείο) κάποιος που είναι πολύ καλός σε έναν τομέα, άσος
    he is a chess whiz - είναι άσος στο σκάκι