Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

wesh < (άμεσο δάνειο) αραβική وش‎ (weš, τι) (διαλεκτικό)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /wɛʃ/

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

wesh (fr)

  • (αργκό) γεια χαρά, τι κάνεις! (δείχνει ότι ο ομιλητής ανήκει σε κάποια κοινωνική ομάδα - όπως μεταξύ των νέων των προαστίων