Δείτε επίσης: word

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ward (en)

  1. κτήριο, διαμέρισμα ή αίθουσα νοσοκομείου
  2. περιφέρεια πόλης, εκλογική περιφέρεια

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία