Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

walking (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του ρήματος walk


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

walking (en) < γερούνδιο του walk

  1. το περπάτημα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

walking (en)

  1. περιπατητικός
    walking shoes
  2. με τα πόδια, πεζός
    walking tour
  3. ως παρομοίωση για κάτι εξαιρετικό ή μια ιδιότητα που κάποιος λογικά δεν μπορεί να έχει, ζωντανή απόδειξη
    walking miracle, walking dictionary (το αντίστοιχο της "κινητής βιβλιοθήκης")

ΕκφράσειςΕπεξεργασία