Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

waddy (en) ενικός
waddies (en) πληθυντικός

  1. (λαϊκότροπο) ο αγελαδάρης
  2. πολεμικό ρόπαλο των Αυστραλών Αβοριγίνων