Αγγλικά (en) Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
veracity veracities

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

veracity (en)

  1. ειλικρίνεια
    I appreciate your veracity - εκτιμώ την ειλικρίνειά σου/σας
  2. αλήθεια, η ιδιότητα του αληθούς
    the historical veracity of these events - η ιστορική αλήθεια των γεγονότων
  3. ακρίβεια
    he questioned the veracity of that research - (αυτός) αμφισβήτησε την ακρίβεια της έρευνας