Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

utilidade < από το λατινικό utilĭtas, -ātis

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
utilidadão utilidadões

utilidade (pt) θηλυκό