Δείτε επίσης: usagé

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

usage (en)

  1. η χρήση
  2. ο τρόπος χρήσης
  3. η συνήθεια, το έθιμο



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

usage < λατινική usus

  ΠροφοράΕπεξεργασία

usage 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

usage (fr)αρσενικό

  1. συνήθεια
  2. χρήση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία