Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό unisexuel unisexuels
θηλυκό unisexuelle unisexuelles

unisexuel (fr)

  1. (βοτανική) λέγεται για φυτά που έχουν ένα μόνο φύλο, δηλαδή μόνο στήμονα ή ύπερο
  2. (παρωχημένο) σχετικός με την ομοφυλοφιλία, ομοφυλόφιλος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία