Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

uninflected (en)

  1. (για μια λέξη) άκλιτος
  2. (για μια γλώσσα) που δεν έχει κλιτές λέξεις