Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

tote

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/təʊt/

  ΡήμαΕπεξεργασία

tote

  • (λαϊκότροπο) σέρνω (όμως με την έννοια κουβαλάω), κουβαλώ, χειρίζομαι, μεταφέρω (κάτι βαρύ ή σημαντικό)
      Συνώνυμα: carry, wield, convey

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tote bag, tote

  • tote bag:
  • υφασματοσακούλα, υφασματοσακκούλα, πανότσαντα
    • είδος τσάντας (σαν σάκος) με χερούλια

  Δείτε επίσης Επεξεργασία