Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

tiri < tiro + -i.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈti.ɾi/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ρήμα tiri
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας tiras tiranta tirata
αόριστος tiris tirinta tirita
μέλλοντας tiros tironta tirota
υποθετική tirus - -
προστακτική tiru - -

tiri (eo)

Ίντο (io) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

tiri (io)