Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

thereupon (en)

  1. άμεσα, αμέσως μετά, μετά
  2. (λόγιο) σε σχέση με, πάνω σε τομέα-θέμα, σχετικά με, που επιδρά σε