Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /twum/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tłum (pl) αρσενικό

  1. το πλήθος (για άτομα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία