Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
swim swims

swim (en)

  • η κολύμβηση
    You up for a morning swim? I want to get to the beach before the midday crowd arrives
    Είσαι για μια βουτιά; Θέλω να πάω στην παραλία πριν καταφθάσουν τα μεσημεριανά πλήθη

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας swim
γ΄ ενικό ενεστώτα swims
αόριστος swam
παθητική μετοχή swum
ενεργητική μετοχή swimming
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

swim (en)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία