Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
surélévation surélévations

surélévation (fr) θηλυκό

  1. υπερύψωση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία