Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

strain (en)

  1. καταπόνηση
  2. είδος, υποείδος (για οτιδήποτε: βιολογικό, μουσικό, φιλοσοφικό, θρησκευτικό κτλ.)