Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
serviço serviços

serviço (pt) αρσενικό

  1. η υπηρεσία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία