Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

serendipity < Serendip + -ity < περσική سراندیپ (Sarândip)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˌsɛ.rɛn.ˈdɪp.ə.ti/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

serendipity (en)