Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

seem (en)

  1. φαίνομαι, δίνω την εντύπωση
    he seems to be ill - φαίνεται άρρωστος
    it seems to me that the situation is really bad- μου φαίνεται ότι η κατάσταση είναι πράγματι άσχημη