Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

scorn (en)

  1. περιφρονώ, εκφράζω περιφρόνηση ή απέχθεια για κάποιον ή κάτι
  2. απορρίπτω περιφρονητικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

scorn (en)