Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɹʌm.ɪdʒ/


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

rummage (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

rummage (en)

He rummaged in his pocket for the receipt // Έψαξε στην τσέπη του για την απόδειξη