Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
risque risques

risque (fr) αρσενικό

  1. ρίσκο, κίνδυνος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία