Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

resolve (en)

  1. αποφασιστικότητα

  ΡήμαΕπεξεργασία

resolve (en)

  1. επιλύω
  2. αποφασίζω να πετύχω κάτι οπωσδήποτε
    the police officer resolved to catch the murderer
  3. αποφασίζω με μια επίσημη διαδικασία
  4. αναλύω κάτι στα συστατικά του