Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

reparieren 

  ΡήμαΕπεξεργασία

reparieren (de)

  • διορθώνω
    kannst du es reparieren? - μπορείς να το διορθώσεις;

ΑντώνυμαΕπεξεργασία